ΑC/DC
HIGH VOLTAGE
(April-1976)
SIDE I: “It's A Long Way To The Top (If You Wanna Rock 'N' Roll)”, “Rock 'N' Roll Singer”, “The Jack”, “Live Wire”.
SIDE II: “T.N.T.”, “Can I Sit Next To You Girl”, “Little Lover”, “She's Got Balls”, “High Voltage”.
AC/DC: Bon Scott – Vocals, Angus Young – Guitar, Malcolm Young – Guitar, Mark Evans – Bass and Phil Rudd – Drums.
Αυτό
είναι το tour-de-force των παραγωγών Vanda/
Young, σαν πρώτη επαφή με την Ευρωπαϊκή-Αμερικανική αγορά.
Καθαρό Heavy Metal. Κανένας
συμβιβασμός προς τη μεριά μεσοβέζικων λύσεων, καμιά θέση σε μελωδικά σχήματα ή
λυρισμούς. Ακόμη και τα δύο ασήκωτα, μεταλλικά Blues
“The Jack” και “Little Lover”, μοιάζουν να
υπάρχουν σχεδόν αναγκαστικά, σαν μια αναγνώριση της έμμεσης αλλά θεμελιακής
σχέσης της μουσικής τους με το ιδίωμα. Κυρίως, όμως σαν μια δυνητική υπόθεση,
σαν απόδειξη μιας πιθανής μορφικής κατεύθυνσης που βρίσκετε στο άμεσο πεδίο των
δυνατοτήτων τους αλλά δεν την ακολουθούν γιατί έχουν άλλα πράγματα να κάνουν. Η
τακτική αυτή μονιμοποιήθηκε από υλικό τους, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Οι
ίδιες πάνω-κάτω αναλογίες χαρακτηρίζουν όλα τα albums
των AC/DC, με περισσότερη ή
λιγότερη έμφαση στην οξύτητα του μεταλλικού τους ήχου και με σταθερή βελτίωση
της παραγωγής. Στο “High Voltage”, ανοίγουν αρχής εξ αρχής τα χαρτιά τους,
τρεις πιθανές παραλλαγές ενός από τα πιο σκληρά και πιο μανιακά (κυρίως εξ
αιτίας της παραληρητικής ερμηνείας του Bon),
Metallic Rock που έχουν πότε
περάσει από τη Hard Rock σκηνή των 70’s. Metallic Rock Ν’ Roll, με πλούσια ηχητική στο “It's A Long Way To The Top (If You Wanna Rock 'N' Roll)”, (στ’ οργανικό mid-section τα τραβήγματα της κιθάρας θυμίζουν
σκωτσέζικη γκάιντα), απλούστερη στο “Rock 'N' Roll Singer” βασισμένο σ’ ένα επίμονο κιθαριστικό riff, ενώ στο “High Voltage” τα κοφτά ακόρντα ηχούν σαν τσεκουριές
πάνω σε λαμαρίνα. Καθαρόαιμο Heavy Metal, στο κλασικό rocking “Live Wire” και το γεμάτο riff “TNT”. Τραχύ Metallic Boogie στο συγκριτικά
συντηρητικό “Can I Sit Next to You Girl” και στο στακάτο, οξύτατο “She's Got Balls” και υπάρχουν φυσικά και τα δύο Blues, που ηχούν κάπως έξω από τα νερά τους. Το “High Voltage” είναι μια
εξαιρετική δυνατή αντρική χειραψία πρώτης γνωριμίας. Στο mixing του δίσκου, όλες οι γωνίες του ήχου, όλες οι αιχμές
των solo και των riff έχουν διατηρηθεί
στο ακέραιο ή και υπέρ-τονιστεί με αποτέλεσμα να μην ξεγελιέται κανείς για το
ότι ο πραγματικός ήρωας της υπόθεσης είναι ο κιθαρίστας Angus Young και αν εδώ η
παρουσία του είναι βασική, στο επόμενο album
αποδεικνύετε σωτήρια. Οι AC/DC, δεν ακολουθούν τον
παραδοσιακό μονοπάτι ενός τυπικού Rock group, συνήθως, ένα συγκρότημα
χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί και 2-3 δίσκους για να καταλάβουν, πως να
συνεργαστούν μαζί και να δημιουργήσουν αριστουργήματα. Όμως, η παρέα των Bon Scott,
Mark Evans, Angus Young, Malcolm Young και Phil Rudd,
δεν ακολουθεί κανέναν προηγούμενο κανόνα που έχουν θέσει άλλα συγκροτήματα…
Εισέρχονται στη διεθνή σκηνή μ’ έναν συνδυασμό 9 τραγουδιών, το καθένα από τα
οποία είναι ξεχωριστά και συνοδεύονται από την απαραίτητη φασαρία που
χρειάζεται ένα Hard Rock album από την
κιθάρα και τα drums του. Όταν το “High
Voltage” κυκλοφόρησε διεθνώς το 1976, είχε το ίδιο όνομα με το αυστραλιανό
ντεμπούτο των AC/DC το 1975, αλλά οι
ομοιότητες τελείωναν εκεί. Αντί, για μια άμεση επανέκδοση, το διεθνές “High
Voltage” ήταν μια επιμελημένη συλλογή, που περιλάμβανε μόνο δύο τραγούδια από
το αυστραλιανό LP και
συμπλήρωνε τα υπόλοιπα με επιλογές από τη δεύτερη αυστραλιανή κυκλοφορία τους,
το “TNΤ”.
Το αποτέλεσμα ήταν, ένα διεθνές ντεμπούτο ανάλογο με
εκείνο, του Orson Wells με το “Citizen Kane”, ωμό, ηλεκτρισμένο και φτιαγμένο
με γνώμονα το παγκόσμιο κοινό. Για τους οπαδούς, προκάλεσε σύγχυση, για το
συγκρότημα, ήταν το πρώτο πραγματικό σοκ που έφτασε πέρα κι από τα σύνορα της
Αυστραλίας. Το στοιχείο που ξεχωρίζει τους AC/DC από άλλα groups, είναι ότι
αναγνωρίζουν την παρούσα θέση τους και κατανοούν τι πρέπει να κάνουν για να εξελιχθούν
μουσικά. Τα τραγούδια “It's A Long Way To The Top (If You Wanna Rock 'N' Roll)”
και “Rock 'N' Roll Singer” αποτελούν τεκμήριο αυτού του γεγονότος, καθώς οι
στίχοι του Bon Scott προειδοποιούν ότι ο δρόμος προς τη κορυφή του Rock 'N'
Roll, είναι ανηφορικός και επίπονος… Επίσης, ο ίδιος περιγράφει την πορεία του
στην προσπάθεια του να γίνει Rock 'N' Roll Star, η οποία δεν περιλαμβάνει
παραδοσιακά ωράρια εργασίας, αλλά μία 24ώρη δέσμευση σ’ ένα άδικο παιχνίδι,
χωρίς κανόνες και ηθική. Πανέξυπνη, κρίνεται επίσης, η επιλογή της γκάιντας στο
“It's A Long Way To The Top (If You Wanna Rock 'N' Roll)”, η οποία τιμάει και
τις σκοτσέζικες ρίζες του Bon. Η κιθάρα του Angus στο “High Voltage” είναι ένας
χαρακτήρας μόνος του, δεν παίζει απλά riffs, αλλά τα καταστρέφει σαν να έχουν
προσβάλει τη μητέρα του. Δεν υπάρχει υπερβολική σκέψη, δεν υπάρχει προσποίηση,
είναι όλα ενέργεια, θράσος και ελεγχόμενο χάος, ξέρει ακριβώς πότε να χαλαρώσει
και πότε να κρατηθεί και να αφήσει το groove να αναπνεύσει. Αυτό που κάνει τον
Angus τόσο ελκυστικό στο αυτί δεν είναι η τεχνική του μαγεία ή το ταλέντο, αλλά
κυρίως η προσωπικότητα του. Τα solos του δεν ακούγονται
σαν ασκήσεις, ακούγονται σαν ξεσπάσματα, αστεία, βρώμικα γέλια, καβγάδες στο
δρόμο, είναι ο ήχος μιας κιθάρας που παραβιάζει την απαγόρευση κυκλοφορίας. Σε τραγούδια
όπως το “Can I Sit Next To You Girl” και “Rock
‘N’ Roll Singer”, τα solos του Angus δεν είναι απλώς
διακοσμητικά στοιχεία των τραγουδιών, αλλά καθοδηγούν την αφήγηση. Στο πρώτο,
το παίξιμο του είναι ζωηρό σαν μαθητής που έχει φάει πολύ ζάχαρη, με μια δόση
αλαζονείας και αυθάδους γοητείας, στο δεύτερο, το solo γίνεται μια κραυγή
απελευθέρωσης, επείγον και γεμάτο υποσχέσεις. Εκεί που στιγματίζεται ο δίσκος
είναι, η στάση απέναντι στις γυναίκες, τραγούδια όπως το “Little Lover” και το “The
Jack” δεν αρκούνται στο να ακολουθούν τα όρια, τα ξεπερνούν, ακόμη και για τα
πρότυπα της δεκαετίας του 1970. Αυτό που ξεκινά ως αυθάδης υπονοούμενα
μετατρέπεται σε ξεκάθαρη αντικειμενικοποίηση, σίγουρα, το συγκρότημα παρουσιάζει
την ωμότητα του σαν παράσημο και ο Scott πάντοτε καταφέρνει να διευρύνει τα
όρια σχετικά με το τι είναι αποδεκτό στη μουσική, αλλά η ανισορροπία είναι
προφανής. Αυτά δεν είναι τραγούδια αγάπης, αλλά παραπέμπουν περισσότερο σε
ύμνους υπονόμευσης και περιθωριοποίησης και ενώ, αυτό μπορεί να είναι αυθεντικό
για τον κόσμο τους, έχει αντέξει στο βάθος του χρόνου. Ένα πράγμα που είναι
εύκολο να παραβλέψεις στο “High Voltage”, ειδικά όταν ο Angus παίζει solo και
ο Bon είναι σε πλήρη φόρμα, είναι πόσο κρίσιμο είναι το drumming του Phil Rudd
για το σύνολο, δεν επιδεικνύεται ούτε επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Είναι απόλυτα
συγκεντρωμένος στο στόχο του παίζοντας για το τραγούδι και αυτό είναι σπάνια
πειθαρχία στο πρώιμο Ηard Rock. Σ’ ένα group που είναι
καλωδιωμένο για χάος και γεμάτο εγωισμό, ο Rudd είναι το κύκλωμα που διατηρεί
τη ροή του ρεύματος. Θα λέγαμε ότι λειτουργεί κάπως σαν σταθερή, αόρατη δύναμη
που συνδέει την ισχύ με την έκρηξη, χωρίς αυτόν, δεν υπάρχει σπίθα, δεν υπάρχει
κύμα, αλλά μόνο θόρυβος που αναζητά μια ασφάλεια. Συνοψίζοντας, το “High
Voltage” είναι όνομα και πράγμα, καθώς από την πρώτη ακρόαση σε διαπερνά μια
ανεξέλεγκτη σπίθα που ίσως σε κάψει, αλλά δεν μπορείς να τη σταματήσεις.
Υπόσχεται υψηλά φορτία και δεν αποτυγχάνει στιγμή, από τα δυναμικά solos του Angus, μέχρι
τους επαναστατικούς στίχους του Scott, το group στέκεται
στο ύψος των περιστάσεων και ορίζει τι σημαίνει να κάνεις Rock ‘N’ Roll από το
πρώτο σου βήμα…


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου