ΗΑRD ROCK - HEAVY METAL & SOUTHERN ROCK

ΗΑRD ROCK - HEAVY METAL & SOUTHERN ROCK
Πρέπει να ξέρετε ότι τα πραγματικά γνήσια καλά συγκροτήματα δεν ήταν λίγα, φαίνονται όμως λίγα μπροστά στις λεγεώνες των άχρηστων, καταστροφικών για την μουσική συγκροτημάτων. Υπήρχαν και θα υπάρχουν συγκροτήματα που φτιάχνουν προσωπικότητες αλλά και άλλα που τις χαλάνε, σκοπός μου θα είναι η θύμηση και η αναφορά φυσικά μόνο των πρώτων. Πάντως, θα ήθελα από εσάς να μην εκτιμήσετε την όποια δική μου προσφορά εδώ, αλλά μόνον την τεράστια προσφορά των συγκροτημάτων που παρουσιάζονται σε τούτο εδώ το blog. Μην ψάχνετε για συγκροτηματάκια της σειράς που ιδρώνουν, ή αγκομαχούν για να ακουστούν, μην ψάχνετε για τυποποιημένα μουσικά σχήματα. Δυστυχώς βγαίνουν-υπάρχουν πάρα πολλά σχήματα, που δεν λένε μουσικά, απολύτως τίποτα και τ' ανεχόμαστε μόνο και μόνο επειδή απλά υπάρχουν… Να λατρεύετε κ' να αγαπάτε το βαρύ σκληρό ήχο των 70’s και των 80’s, το τέλειο στο HΑRD ROCK, το απολύτως γνήσιο στο HEAVY METAL και τον ανόθευτο κλασικό ήχο στο SOUTHERΝ ROCK...

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

 

RUST

SHOOT THEM HIGHER

1989

(Seagull)

 

SIDE I: “Shoot Them Higher”, “Out Of Control”, “Rust, “That Look”.

SIDE II: “Blind Fighter”, “Time”, “Till The End”, “One More Time”.

RUST: Makis Makris – Vocals, George Stratakis – Guitar, Lucas Metaxas – Bass and Jim Midelias – Drums.

Produced by George Stratakis.

 

Ένα από τα σημαντικότερα σχήματα του Ελληνικού Heavy Metal της δεκαετίας του 1980. Την περίοδο εκείνη στα τέλη των 80’s, χωρίς να έχουν δισκογραφία ακόμη, έκαναν συναυλίες κυρίως στον κινηματογράφο “Maxim” στην Καλλιθέα, προκαλώντας αίσθηση στο εντελώς τότε ξερό συναυλιακό τοπίο. Είχαν επίσης, κάνει μαζί με τους Vavel από τη Θεσσαλονίκη, κάποιες συναυλίες "συμφιλίωσης" των δύο πόλεων έναντι στις γηπεδικές μαλακιές που επικρατούσαν. Μιλάμε για sold-out συναυλίες 700 έως και 1000 ατόμων. Οι Rust ήταν και είναι, ένα άγνωστο συγκρότημα από την Αθήνα, που κυκλοφόρησαν αυτό το μοναδικό album τους, στα 1989. Οι Rust ιδρύθηκαν το 1984, αλλά το όνομα ήρθε το 1985 από τον ιδρυτή Γιώργο Στρατάκη, με τον Μάκη Μακρή οι δυο τους άρχισαν μια σειρά από audition, για να ολοκληρωθεί η σύνθεση του συγκροτήματος τέσσερις μήνες αργότερα. Μετά τις πρόβες με δικό τους υλικό, 13 μήνες σε δικό τους studio, ξεκίνησε επίσημα και η καριέρα τους τον Νοέμβριο του 1986, σε μια σειρά από συναυλίες στην Αθήνα. Μπήκαν ξανά στο studio τον Απρίλιο του 1987 για να εργαστούν πάνω σε ορισμένες νέες ιδέες, τον Μάρτιο του 1988 και μετά από μια αλλαγή στο line-up ξανά μπήκαν στο studio 111, για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο album τους, μετά από 17 μήνες ηχογραφήσεων το group βγήκε στο δρόμο για την προώθηση του album με περιοδείες σε όλη τη Ελλάδα. Στον δίσκο τους, μας προσφέρουν ένα δυνατό Ευρωπαϊκό Ρower Μetal/ Speed Metal με εξαιρετικά riffs κιθάρας, μπάσο και ωραία, υποβλητικά φωνητικά. Το εν λόγο βινύλιο πρέπει να το πήρα 2-3 χρόνια αφότου κυκλοφόρησε, αρχικά δεν μου άρεσε και πολύ, η μουσική τους για μένα λειτούργησε ως δίκοπο μαχαίρι. Αυτή ακριβώς ήταν η περίπτωση των Rust, όταν άρχισα να το ξανά ακούω συστηματικά εκεί στα μέσα των 90’s, το συγκρότημα ήταν ήδη βετεράνοι της Ελληνικής σκηνής, έχοντας όμως κυκλοφορήσει μόνο ένα album. Το album όταν το ξανά ακούω είναι γρήγορο, πορωτικό, δυνατό μου αρέσει έχει τσαγανό, έχει καλό παίξιμο, μερικά από τα τραγούδια μου αρέσουν αρκετά. Μου είχε προκαλέσει τρομερή εντύπωση ο επαγγελματισμός τους, το image τους, τα μέλη της μπάντας φορούσαν «στολές» κάτι που βλέπαμε μόνο σε μεγάλα συγκροτήματα, εκείνη την εποχή τουλάχιστον. Ο δίσκος είναι σε ανεξάρτητη παραγωγή και απλώς διανέμεται στην Ελλάδα από την Seagull Records, κυριολεκτικά χωρίς καμία υποστήριξη και σχεδόν εξαφανίστηκε αμέσως… Με τα πολλά κυκλοφορεί ο δίσκος, το album περιέχει οκτώ τραγούδια με τα πέντε, τουλάχιστον να είναι εξαιρετικά, εκ των οποίων τα δύο είναι παγκοσμίου κλάσεως. Ο δίσκος ανοίγει με το καρά-φορτσάτο ομώνυμο “Shoot Them Higher” και σας δίνει τα μυαλά στο χέρι από νωρίς, τραγουδάρα με τα όλα της. Συνέχεια με το επίσης πολύ καλό και δυνατό “Out Of Control”, ενώ, το ρυθμικό, μελωδικό “Rust” που ακολουθεί είναι από τα αγαπημένα μου. Η πρώτη πλευρά του δίσκου κλείνει πολύ όμορφα με την πολύ καλή μπαλάντα “The Look”. Η δεύτερη πλευρά ξεκίνα με το “Blind Fighter” που είναι ένα super ψιλό-speed τραγούδι. Η αποκάλυψη όμως του δίσκου είναι το μεγαλειώδες “Time”, δεν χρειάζεται να αναφέρω το πόσες φορές έχω λιώσει, αυτή την ανυπέρβλητη κομματάρα, που την συγκαταλέγω ανάμεσα στα δέκα καλύτερα Ελληνικά Heavy Metal τραγούδια, με αυτή την απίστευτη εισαγωγή. Ο δίσκος κλείνει, με τα “Till The End” και “One More Time” που κινούνται σε Heavy και Power δρόμους. Το style-NWOBHM που παίζουν είναι καθαρό, με ωραία κιθαριστικά riffs, το μπάσο είναι βαρύ όσο πρέπει και τα φωνητικά σε up-tempo υψηλής συχνότητας, το rhythm section γενικά είναι αρκετά γρήγορο. Θυμίζουν groups όπως οι Judas Priest, οι Saxon, οι Accept, οι Manilla Road, οι Tygers Of Pan Tang, οι Γερμανοί Steeler, Warlock, ή οι Angel Witch. Οι Rust θα αρχίσουν την προετοιμασία ενός δεύτερου album με την ονομασία “Power Disorder” αλλά αυτή η διαδικασία διακόπηκε από μια σειρά από ζωντανές εμφανίσεις. Μετά το τέλος των sold-out εμφανίσεων ο τραγουδιστής, ο οποίος ήταν μέλος επί εννέα χρόνια έφυγε από το συγκρότημα. Μετά από αυτόν και σε μικρό χρονικό διάστημα όλα τα μέλη του συγκροτήματος, (εκτός από τον ιδρυτή Γιώργο Στρατάκη) αντικαταστάθηκαν.
Οι Αθηναίοι Rust χάθηκαν άδικα μετά το ένα και μοναδικό αυτό album τους, αν και έκαναν αρκετά εμπνευσμένα live. Καθαρόαιμο Heavy Metal με δομημένα γνήσια τραγούδια. Ο ήχος τους ανάμεσα σε Heavy/ Power Metal, αλλά δυστυχώς το album τους βγήκε σε μια νεκρή περίοδο για το Ελληνικό Heavy Metal, και ξεχάστηκε γρήγορα. Αρκετά σπάνιο σε βινύλιο τώρα πια, στο διαδίκτυο πουλιέται γύρω στα 100 ευρώ, είναι όμως παγκόσμιας κλάσης
Heavy Metal, που κοιτά καθαρά και στα ίσια μπροστά στο πρόσωπο άλλα αντίστοιχα ξένα σχήματα της εποχής. Οι Ελληνικές κυκλοφορίες των 80’s είναι από μόνες τους μια ολόκληρη ιστορία στον γενικό Ελληνικό Metal χάρτη, μια ιστορία με λύπη, χαρά, γέλιο (πολλά τα ευτράπελα), πίκρα αλλά και δύναμη, όσοι θέλετε να τις αναζητήσετε, μέσω των κυκλοφοριών αυτών δεν θα ζημιωθείτε. Η προσφορά του group όμως στο Ελληνικό Heavy Metal ήταν πολύτιμη διότι απέδειξαν με ένα πολύ κάλο τρόπο το πνεύμα του “Do It Yourself”.

Στα τέλη τις δεκαετίας του 1990 κι εν μέσω αναταραχής, είχαν δύο ακυρωμένους δίσκους και αρκετές/ σοβαρές στυλιστικές αλλαγές, το μοναδικό αυτό δισκογραφικό έργο του συγκροτήματος άρχισε εκ νέου να κυκλοφορεί σ’ έναν μεγάλο βαθμό ως πειρατικό bootleg CD, δεδομένου ότι η αρχική του κυκλοφορία σε LP είχε περιοριστεί μόνο στην πατρίδα μας. Ως εκ τούτου, το συγκρότημα επέλεξε κι έβαλε το album προς πώληση στην ιστοσελίδα του, σε μορφή CD, μια αξιέπαινη χειρονομία, σίγουρα. Αλλά άξιζε πραγματικά το “Shoot Them Higher” όλη αυτή τη φασαρία;… με μια λέξη… Nαι. Στην πραγματικότητα, αυτό το album σε μορφή LP έχει χαθεί πια από το εμπόριο και αποκτάται αποκλειστικά λόγω της σπανιότητας του, αλλά και της συλλεκτικής του αξίας. Μουσικά τώρα, το ένα και μοναδικό album των Rust “Shoot Them Higher”, ανήκει στο είδος του κλασικού Heavy Metal, εμπνευσμένο από το NWOBHM. Τα πλεονεκτήματα του είναι ο συμπαγής ήχος, η κλασική Heavy Metal φόρμουλα με τα καλά riffs και το έντονο μπάσο. Ναι έχει αδυναμίες, δεν έχει κάποια μεγάλη πρωτοτυπία, χωρίς να ξεχωρίσει συνολικά είναι όμως ένα αξιοπρεπές και εμπνευσμένο album για τα Ελληνικά δεδομένα. Είναι κυρίως για τους οπαδούς του πρώιμου Μetal, που προσφέρει κλασικούς ήχους, μαζί με τους Vavel, Northwind, Crush και Sarissa, είναι αναμφισβήτητα από τα καλύτερα κομμάτια Heavy Metal βινυλίου που βγήκε ποτέ από την Ελλάδα… Φυσικά, κάθε σοβαρός συλλέκτης το γνωρίζει αυτό, γι' αυτό και το LP είναι σπάνιο και ακριβό. Όπως και να 'χει, το "Shoot Them Higher" είναι πραγματικά εξαιρετικό και πρέπει ν’ ανήκει σε κάθε σοβαρή Metal συλλογή. Το “Shoot Them Higher” είναι ένα δυνατό ενεργητικό Heavy Metal LP σε παραδοσιακό στυλ, το είδος της ποιότητας που εμφανίζεται μόνο μία φορά στα εκατό χρόνια. Το αποκορύφωμα είναι το “Rust”, ένα καταπληκτικό τραγούδι με μια απίστευτα πιασάρικη γοητεία. Όντας Έλληνες, οι Rust προφανώς ενδιαφέρονταν να είναι όσο το δυνατόν πιο κλασικοί. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι τραγούδια όπως το ομώνυμο τραγούδι “Shoot Them Higher”, ή το “Out Of Control” ή το “Time”, παίρνουν τα συνθήματα τους από 80’s κυρίως groups. Η παραγωγή είναι κάπως αμφιταλαντευόμενη, η μουσικότητα του έχει μια Punk στάση, τα φωνητικά είναι ψηλά, το rhythm section γενικά γρήγορο και αρκετά έντονο. Ενώ, υπάρχουν και Ηard Rock στοιχεία και όλο το πράγμα ακούγεται σαν ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο. Μπορεί κανείς εύκολα να δει το συγκρότημα ντυμένο με τζιν, δερμάτινα και λευκά αθλητικά παπούτσια, να κάνει πρόβες σε ένα δωμάτιο γεμάτο από 70’s & 80’s Heavy Metal αφίσες. Δυστυχώς, αυτή η τετράδα των μουσικών ποτέ πραγματικά παρά το ταλέντο που είχαν, δεν εντάχτηκαν στην elite του Ελληνικού Metal. Τα τραγούδια είναι ευχάριστα, σου αφήνουν κάτι να θυμάσαι στο πέρασμα τους, έχουν όμορφα ρεφρέν, αν και τα riff και οι γενικές δομές των τραγουδιών θυμίζουν άλλα Metal συγκροτήματα. Ενώ, ο τραγουδιστής και ο κιθαρίστας ειδικότερα είναι αρκετά ταλαντούχοι, υπάρχουν όμως μερικές αδέξιες μεταβάσεις από ακουστικά σε ηλεκτρικά περάσματα, παρά την καλή ποιότητα του ήχου. Εν ολίγοις, λοιπόν, αυτή ήταν μια αρκετά καλή κυκλοφορία, για τα Ελληνικά δεδομένα. Ωστόσο, το ενδιαφέρον για αυτό το δισκογραφικό προϊόν, ήταν δικαιολογημένα μόνο σε συλλεκτικούς Heavy Metal κύκλους, ποτέ οι Rust δεν έγιναν ένα mainstream συγκρότημα. Τελικά, το συγκρότημα, συνέχισε δουλεύοντας πάνω σ’ ένα album που περιγράφεται ως Death/ Thrash Metal… Κι ενώ, αυτό το πρώτο album απορρίπτεται κατά καιρούς από τους ιδίους τους δημιουργούς του ως ένα σύμπτωμα νεότητας, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για να το βρείτε, δεν βλάπτει να το ψάξετε και να δοκιμάσετε να το ακούσετε… Οι Rust λοιπόν, χάθηκαν άδικα μετά το μοναδικό αυτό album τους, αν και έκαναν αρκετά εμπνευσμένα live. Έπαιζαν ένα καθαρόαιμο Heavy Metal με δομημένα γνήσια σκληρά τραγούδια, ο ήχος τους ανάμεσα σε Heavy/ Power Metal, αλλά το album τους βγήκε σε μια νεκρή περίοδο για το Ελληνικό Heavy Metal και έτσι ξεχάστηκε γρήγορα. Το “Shoot Them Higher” αξιολογήθηκε μουσικά κι ως παράγωγο του NWOBHM, με κλασικά και πρωτότυπα riffs και ρεφρέν με δυνατότητες και μερικά ποιοτικά τραγούδια. Είναι διασκεδαστικό, έχει να προσφέρει ακόμη και στον σημερινό Metal ακροατή, με αξιοπρεπή παραγωγή για την εποχή του, από μουσικό στυλ, παίζουν το είδος του Ηeavy Μetal που είχε ήδη καθιερωθεί στην δεκαετία του 1980. Καλό θα είναι λοιπόν, να θυμόμαστε ότι τους χρωστάμε πολλά, ακόμη και σήμερα το album τους ακούγετε ευχάριστα, αν ξεπεράσουμε το κόμπλεξ ότι ηχογραφήθηκε από Έλληνες Heavy Metal μουσικούς. Το συγκρότημα έχει βάλει και αυτό με τον τρόπο του ένα λιθαράκι στο Ελληνικό Heavy Metal, παρά το σαθρό κατεστημένο της εποχής… Οι Rust με το "Shoot Them Higher" μας έδωσαν ένα δίσκο Αμερικάνικου 80’s Heavy Metal, υψηλών προδιαγραφών… ήταν ένα συγκρότημα το οποίο επηρεάσθηκε από το 80’s Heavy Metal κι έβγαλε έναν εξαίρετο δίσκο όπου η μελωδία και το συναίσθημα ξεχειλίζουν σε κάθε ακρόαση. Έκαναν πολλές ζωντανές εμφανίσεις δυστυχώς όμως κάποια μέλη αποχώρισαν στερώντας μας την χαρά να απολαύσουμε έναν δεύτερο album

Makis Makris (RIP) 1962-2024

TRIVIA

Μεγάλη εντύπωση έκανε, εκείνη την εποχή στα live των Rust, η εμφάνιση του τραγουδιστή τους Μάκη Μακρή (ψευδώνυμο Jerry Long), να βγαίνει μέσα από ένα φέρετρο

 


 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

More Than A Feeling

Ενώ, συγκροτήματα όπως οι Journey, Foreigner, REO Speedwagon και Styx είχαν μεγαλύτερες καριέρες και συγκροτήματα όπως οι Bad Company και Heart έλαβαν μεγαλύτερη αναγνώριση από τους κριτικούς, κανένα συγκρότημα της εποχής τους, δεν είχε ένα πιο κλασικό και πρωτοποριακό album από ότι οι Boston με το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1976. Αυτό το LP είναι ένα από τα λίγα albums στην ιστορία του Rock που θα μπορούσε να θεωρηθεί από μόνο του ως ένα βινύλιο με τις μεγαλύτερες επιτυχίες. Είναι επίσης, ένα από τα LP με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην αμερικανική ιστορία και για πολύ καιρό ήταν το ντεμπούτο LP με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών. Οι Boston είχαν εκπληκτικές ικανότητες παραγωγής χάρη στον μάγο του studio, Tom Scholtz κι έναν από τους σπουδαιότερους τραγουδιστές της δεκαετίας του 1970, τον Brad Delp όπου μαζί δημιούργησαν μερικά από τα πιο κλασικά Rock τραγούδια όλων των εποχών, ιδιαίτερα το “More Than A Feeling”, το οποίο είναι ένα από τα σπουδαιότερα Rock τραγούδια που έχουν γίνει ποτέ. Ομολογουμένως, οι Boston δεν σημείωσαν μεγάλη επιτυχία ειδικά μετά το ντεμπούτο LP τους και σίγουρα μετά το δεύτερο LP τους, αλλά στη σύντομη πορεία τους στην κορυφή της μουσικής βιομηχανίας, έγιναν ένα από τα πραγματικά καθοριστικά συγκροτήματα της εποχής τους και αυτό το ντεμπούτο LP είναι ένα από τα καθοριστικά στο Rock στην δεκαετίας του 1970. Όλα τα επιτεύγματα που συνάδελφοι όπως οι Journey, Foreigner, REO Speedwagon, Styx, Bad Company και τα συναφή groups δεν μπορούν να πουν… ότι έκαναν από το πρώτο τους album. Oι Boston είναι ίσως ο ορισμός του θαύματος του ενός album, το ντεμπούτο τους είναι ουσιαστικά ένα από τα σπουδαιότερα Rock album της δεκαετίας του 1970, αλλά και όλων των εποχών. Ποιος δεν έχει ακούσει ας πούμε το τραγούδι “More Than A Feeling” περισσότερες από μια φορές, στη ζωή του; ποιος θέλει να τις μετρήσει;… επίσης, στο επίσημο κανάλι του συγκροτήματος (στο YouTube), το εν λόγο τραγούδι έχει πάνω από 65 εκατομμύρια προβολές. Το συγκρότημα είχε επίσης την τάση να γράφει μερικές από τις καλύτερες power μπαλάντες που θα ακούσετε ποτέ. Η παραγωγή στα albums του group από τον Tom Schulz μπορεί να ήταν λίγο εμμονική, εξ ου και ο λόγος για τον οποίο έχουν κυκλοφορήσει μόνο 6 studio albums, αλλά από την άλλη ήταν καταπληκτική. Δεν μπορούμε επίσης να ξεχάσουμε το παίξιμο του στην κιθάρα, το οποίο ήταν επίσης αρκετά εντυπωσιακό, όπως και του Barry Goudreau και δεν μπορούμε να μην συζητήσουμε για το ταλέντο που είχε αυτό το συγκρότημα. Χωρίς να μην αναφέρουμε και τα καταπληκτικά φωνητικά του Brad Delp, τα οποία επηρέασαν πολλούς Rock τραγουδιστές στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στη δεκαετία του 1980. Μετά την επιτυχία του ομότιτλου ντεμπούτου album το 1976, πήρε δύο χρόνια για να κυκλοφορήσουν άλλο ένα LP, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με το διάλειμμα των οκτώ ετών πριν από το τρίτο τους album. Μετά από αυτό, απελευθέρωναν ακόμη πιο σποραδικά τα album τους, αυτά τα μεγάλα διαλείμματα εμπόδισαν πιθανότατα το σχήμα, στο να γίνει ακόμα μεγαλύτερο, αλλά παρόλα αυτά όμως κατάφεραν να ξεχωρίσουν στα 70’s και στα 80’s 

Το 1969, τρεις φοιτητές του MIT, οι Tom Scholz, Barry Goudreau και Jim Masdea, σχημάτισαν ένα Rock συγκρότημα, σε αυτους προσχώρησε ο τραγουδιστής Brad Delp το 1970. Αφού αποφοίτησε με πτυχίο μηχανολόγου μηχανικού το 1974, ο Scholz άρχισε να γράφει κάποια demos στο υπόγειο του σπιτιού του, με το συγκρότημα. Διαλύθηκαν το 1974, αλλά ο Scholz συνέχισε να γράφει demos με τον Masdea και τον Delp, αυτό που θα γινόταν το πρώτο album τους, ο Scholz ηχογράφησε όλα τα όργανα εκτός από τα drums. Αφού υπέγραψε συμβόλαιο με την δισκογραφική εταιρεία Epic Records, ο Scholz συνέχισε να κάνει τις ηχογραφήσεις στο υπόγειο του, αλλά η εταιρεία ήθελε να ηχογραφήσει το album σε επαγγελματικό studio. Ήθελαν επίσης, να αντικατασταθεί ο Masdea, έτσι ο Sib Hashian (drums), εντάχθηκε στο συγκρότημα για να αντικαταστήσει τον Masdea. Ο Barry Goudreau προστέθηκε ως δεύτερος κιθαρίστας και o Fran Sheehan συμμετείχε στο μπάσο, το νέο συγκρότημα ονομάστηκε Boston, από την πόλη στην οποία σχηματίστηκαν. Θέλοντας όμως να κάνει τις ηχογραφήσεις στο υπόγειο του, ο Scholz έστειλε τους Delp, Hashian και Goudreau στο studio για να ηχογραφήσουν τα μέρη τους, ενώ, ο ίδιος ξανά ηχογράφησε το μεγαλύτερο μέρος του ντεμπούτο album του συγκροτήματος στο υπόγειο του σπιτιού του. Το 1976 ο Tom Scholz είχε δηλώσει σε μια εφημερίδα της Βοστώνης, ότι ως νεαρός στο Ohio, είχε επηρεαστεί από τα συγκροτήματα του Boston sound. Αυτό το είχε πει μάλλον για να κολακέψει τους Βοστωνέζους ώστε ν’ αγοράσουν το δίσκο του, αφού αλλού ως κυριότερες επιρροές του αναφέρονται ο Jeff Beck, ο Joe Walsh και οι Led Zeppelin. Δυστυχώς, η ποιότητα έπεφτε με κάθε album και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, οι Boston υπέφεραν αρκετά από διαμάχες μεταξύ των μελών του συγκροτήματος και της δισκογραφικής τους εταιρείας. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν οι αποχωρήσεις των Barry Goudreau και άλλων μελών πριν από την κυκλοφορία του “Third Stage”. Ο Tom Scholz γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Toledo του Ohio, αλλά σπούδασε στο Massachusetts Institute of Technology (στο Cambridge)ως μηχανικός ήχου. Αποφοιτώντας γύρω στο 1970 έμεινε στη πόλη (Massachusetts), όπου έπιασε δουλειά στην Polaroid και άρχισε να φτιάχνει ένα ιδιωτικό studio ηχογραφήσεως στο σπίτι του. Ο Scholz έπαιζε κιθάρα, keyboards και έγραφε τραγούδια, τα οποία ηχογραφούσε δουλεύοντας τα και τελειοποιώντας τα επί αρκετά χρόνια μόνος του, φτιάχνοντας έτσι τη μουσική φυσιογνωμία και τον ήχο των Boston. Στην πρώτη εξερευνητική περίοδο το 1976, ο Tom είχε έτοιμο ένα demo (τότε ήταν χωρίς όνομα το σχήμα), με οκτώ τραγούδια που εντυπωσίασαν τον manager Charle McKenzie. Αυτός έμεινε κατενθουσιασμένος και ήρθε αμέσως σε επαφή με τον συνεταίρο του Paul Ahern στο Los Angeles, μέσω τηλεφώνου ο Paul άκουσε το τραγούδι “RockNRoll Band” και δύο μέρες αργότερα πρόσφεραν και οι δύο τους, τις υπηρεσίες τους ως manager στο group. Το demo άρεσε αρκετά και στον Lenny Petze τις Epic Records (υπεύθυνος τις εταιρείας), έτσι ώστε να υπογράψει άμεσα δισκογραφικό συμβόλαιο μαζί με τον Tom Scholz. Τότε ο Tom σχημάτισε το συγκρότημα, με τους Brad Delp στο τραγούδι, τον Barry Gouandreau στην κιθάρα, τον Fran Sheehan στο μπάσο και τον Sib Hashian στα τύμπανα, όλοι οι μουσικοί ήταν από την πόλη τις Βοστώνης, τελικά ο manager Ahern σκέφτηκε έτσι το όνομα Boston.

Στις 9 Μαρτίου του 2007 ο Bradley Edward Delp αυτοκτόνησε στο σπίτι του, η αιτία ήταν δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα.

BOSTON

STUDIO ALBUMS

ONE-BY-ONE

Για πολλοστή φορά ακούω ξανά όλα τα studio albums που ηχογράφησε αυτό το group, έτσι, επανεκτιμάμε τη μουσική τους καριέρα, ακούγοντας ξανά τους δίσκους του ιστορικού αυτού σχήματος. Ένα flash-back λοιπόν, σε όλα τα studio albums τους, μοιάζει με μια βουτιά στο μουσικό παρελθόν τους. Ας δούμε όμως, ένα προς ένα όλα τα album που έκαναν οι Boston. Στις παρακάτω παρουσιάσεις των δίσκων, θα προσπαθήσω να σας δώσω μια ιδέα για το πώς εξελίχθησαν καλλιτεχνικά και ποιο είναι το μουσικό περιεχόμενο καθενός από αυτά τα album

 

BOSTON

(August-1976)

SIDE I: “More Than A Feeling”, “Peace Of Mind”, “Foreplay/ Long Time”.

SIDE II: “Rock & Roll Band”, “Smokin'”, “Hitch A Ride”, “Something About You”, “Let Me Take You Home Tonight”.

GROUP: Brad Delp – Vocals, Tom Scholz – Guitar, Barry Goudreau – Guitar, Fran Sheehan – Bass and Sib Hashian – Drums.

Ο Tom Scholz είχε μια κανονική δουλειά το 1973, αλλά στον ελεύθερο χρόνο του έπαιζε κιθάρα στο υπόγειο του σπιτιού του. Ήταν πολύ ταλαντούχος και εντάχθηκε σε ένα τοπικό συγκρότημα, τους Mother’s Milk, όπου έπαιζε ο Barry Goudreau, ένας άλλος κιθαρίστας. Αλλά ο Tom Scholz ήθελε να πραγματοποιήσει τα δικά του οράματα και σχημάτισε το δικό του συγκρότημα μαζί με τον Goudreau και τον τραγουδιστή Brad Delp, αλλά συνέχιζε να παίζει συναυλίες με τους Mother’s Milk. Το συγκρότημα ηχογράφησε ένα demo με έξι τραγούδια και προσπάθησε να κλείσει ένα δισκογραφικό συμβόλαιο, αλλά κανείς δεν ήθελε, να τους υπογράψει. Αλλά ο Scholz συνέχισε να δουλεύει τα demo του και ηχογράφησε νέες ηχογραφήσεις κιθάρας στο δικό του studio. Το συγκρότημα Boston ήταν από την αρχή το πνευματικό του παιδί και τις περισσότερες φορές δούλευε μόνος του τα τραγούδια και δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένος επειδή ήταν τελειομανής. Το 1974, ο Delp ήθελε να φύγει από το συγκρότημα επειδή τους τελείωσαν τα χρήματα και ο Scholz ήταν έτοιμος να τα παρατήσει, αλλά αποφάσισε να ξοδέψει τα τελευταία του χρήματα σ’ ένα ακόμη demo του συγκροτήματος και σε περίπτωση που δεν έκλειναν δισκογραφικό συμβόλαιο, θα πουλούσε τον εξοπλισμό του και η μουσική του καριέρα θα τελείωνε. Στο υπόγειο του, ο Scholz και ο Delp δουλεύουν στο τελευταίο τους demo και οι δύο είναι τελειομανείς και τους πήρε πολύ χρόνο να βάλουν όλα τα τραγούδια μαζί σε μια σειρά, αλλά στο τέλος έμειναν ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Έτσι αυτήν τη φορά η Epic Records θέλησε να τους υπογράψει δισκογραφικό συμβόλαιο, αλλά επιμένουν ότι το συγκρότημα πρέπει να ηχογραφήσει ξανά όλα τα τραγούδια του, σ’ ένα επαγγελματικό studio και μ’ έναν γνωστό παραγωγό. Ο John Boylan προσλήφθηκε ως παραγωγός, αλλά σύμφωνα με τον Tom Scholz, ήταν υπεύθυνος μόνο για την ηχογράφηση των τμημάτων στα τύμπανα του Sib Hashian (drums). Ο Scholz χρησιμοποίησε πολλά μέρη από τα υπάρχοντα demo επειδή του άρεσε ο ήχος τους και στο τέλος όλοι έμειναν ικανοποιημένοι. Η Epic έμεινε ικανοποιημένη επειδή το album παρήχθη γρήγορα και φθηνά, επίσημα από τον John Boylan και τον Tom Scholz, επειδή τελικά συνειδητοποίησε το όραμα του, για το πώς πρέπει να ακούγονται οι Boston. Το album κυκλοφόρησε τελικά το 1976 και χάρη στο επιτυχημένο single “More Than A Feeling” έγινε μεγάλη επιτυχία και τώρα είναι το δεύτερο πιο δημοφιλές ντεμπούτο album όλων των εποχών με πάνω από 17 εκατομμύρια αντίτυπα σε πωλήσεις. Παρόλο που το συγκρότημα δεν ολοκλήρωσε ποτέ άλλο album που να πλησίαζε το ομώνυμο ντεμπούτο τους, δημιούργησαν τουλάχιστον έναν διαχρονικό κλασικό δίσκο. Το “Boston” είναι ένα από τα καλύτερα μελωδικά Hard Rock albums όλων των εποχών, η κιθάρα του Scholz είναι πραγματικά εκπληκτική και άξιζε όλη τη σκληρή δουλειά, ενώ, και η φωνητική ερμηνεία του Delp, είναι εξαιρετική. Το album ειχε επίσης, μια πολύ καλή παραγωγή και εξακολουθεί να ακούγεται υπέροχο μετά από όλα αυτά τα χρόνια, τα καλύτερα τραγούδια είναι το επιτυχημένο single “More Than A Feeling”, το επικό “Foreplay/ Long Time”, το πιασάρικο “Rock And Roll Band” και το μελωδικό “Something About You”. Τα απόλυτα αγαπημένα μου τραγούδια ήταν πάντα το “Peace Of Mind”, ένα άλλο μελωδικό αριστούργημα με υπέροχα φωνητικά από τον Delp. Το ντεμπούτο album των Boston σημείωσε τεράστια επιτυχία και ήταν το πιο επιτυχημένο ντεμπούτο album όλων των εποχών, μέχρι που κυκλοφόρησε το “Appetite For Destruction” των Guns & Roses.  Στο πρώτο LP με τίτλο “Boston”, έκανε τον κόσμο που το άκουσε άνω κάτω, εκτός από τη φωνή του Delp, η οποία υπήρχε και στο demo, οι υπόλοιποι μουσικοί πρόσθεσαν ελάχιστα πράγματα. Μετά από μερικές αψιμαχίες καθώς η δισκογραφική εταιρεία ήθελε να προσλάβει ένα δικό της μηχανικό ήχου, για το τελικό remix, ενώ, ο Scholz ήθελε να τα έχει όλα υπό τον έλεγχο του, το υπόλοιπο σχήμα μετακόμισε στο Los Angeles για να ηχογραφήσει μερικά επιπλέον τραγούδια. Ο Scholz όμως ολοκλήρωσε κρυφά το album στο δικό του ιδιόκτητο studio. Άλλωστε το πρώτο τους album, παρότι κυκλοφόρησε το 1976, είχε ήδη αρχίσει να ηχογραφείται πριν το 1973. Το Δεκέμβριο του 1976, το singleMore Than A Feeling” έφτασε στο Νο.5, ενώ την πρωτοχρονιά του 1977 το album ανέβηκε στο Νο.3, για να παραμείνει στα charts για δύο χρόνια και να πουλήσει τότε 10 εκατομμύρια αντίτυπα (οι πωλήσεις του συνεχίζονται μέχρι και σήμερα), ενώ, έχει γίνει 17 φορές πλατινένιο. Όχι μόνο χάρη στο hitMore Than A Feeling”, αλλά κυρίως χάρη στον ευφυή νέο ήχο της κιθάρας που ο Scholz επινόησε και στη βοήθεια των εύληπτων, δυναμικών ρεφρέν. Θα πρέπει βέβαια να σημειώσουμε και την πρωτόγνωρη για την εποχή χρήση ηχητικών εξαρτημάτων που παρήγαγαν νέα ηχητικά εφέ. Το Heavy Rock των Boston ήταν γεμάτο και μελωδικά δυνατό, το “Boston” είναι ίσως ο ορισμός του θαύματος ενός δίσκου, το ντεμπούτο τους είναι ουσιαστικά ένα από τα μεγαλύτερα Rock album της δεκαετίας του 1970 και όλων των εποχών, για το Hard Rock. Κάθε τραγούδι από το δίσκο, πρέπει να παίζεται σε όλους τους κλασικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς όλου του κόσμου, μέχρι σήμερα. Το group είχε επίσης μια τάση στο να γράφει μερικές από τις καλύτερες δυναμικές μπαλάντες που θα ακούσετε ποτέ. Μετά την κυκλοφορία του πρώτου album o Goudreau κατέγραψε ένα προσωπικό δίσκο, με τους Delp και Hashian, που ήταν πολύ παρόμοιος με τον ήχο των Boston. Αυτό ήταν και πρώτο τους album που αγόρασα πότε, δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, μέσα από αυτόν το δίσκο ανακάλυψα την μοναδική τους μουσική. Το εξώφυλλο του “Boston”, μας δείχνει διαστημόπλοια σε σχήμα κιθάρας, να εγκαταλείπουν έναν πλανήτη που εκρήγνυται, τα διαστημόπλοια έχουν όλα μπλε φλόγες να βγαίνουν από το κάτω μέρος τους.

DON'T LOOK BACK

(August-1978)

SIDE I: “Don't Look Back”, “The Journey”, “It's Easy”, “A Man I'll Never Be”.

SIDE II: “Feelin' Satisfied”, “Party”, “Used to Bad News”, “Don't Be Afraid”.

GROUP: Brad Delp – Vocals, Tom Scholz – Guitar, Barry Goudreau – Guitar, Fran Sheehan – Bass and Sib Hashian – Drums.

Το “Boston”, ως το ομώνυμο ντεμπούτο album του group σημείωσε τεράστια επιτυχία, το “More Than A Feeling” και όλες οι άλλες επιτυχίες από τον δίσκο παίχτηκαν ξανά και ξανά στο ραδιόφωνο. Μετά την τεράστια επιτυχία, η δισκογραφική εταιρεία τους, ήθελε να κυκλοφορήσει ένα επόμενο album το συντομότερο δυνατό και επειδή το συγκρότημα είχε ήδη ηχογραφήσει κάποια τραγούδια, τα οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν για το ντεμπούτο, σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν, το επόμενο album σύντομα. Αλλά ο αρχηγός του group, Tom Scholz είχε ένα άλλο σχέδιο, ως τελειομανής δεν ήταν ικανοποιημένος και ήθελε να συνεχίσει να δουλεύει πάνω στα παλιά του τραγούδια και να τα τελειοποιήσει. Πέρασε έτσι, μια αιωνιότητα στο υπόγειο του και πρόσθεσε αρκετά overdubs, πρόσθεσε φωνητικές αρμονίες και συνέχισε να δουλεύει πάνω στα demo τραγούδια του. Η δισκογραφική εταιρεία έπρεπε να αλλάζει την ημερομηνία κυκλοφορίας του νέου δίσκου “Don’t Look Back” ξανά και ξανά, έτσι μετά από σχεδόν 2 χρόνια, η δισκογραφική εταιρεία επέμενε να κυκλοφορήσει τα τραγούδια που οι Boston είχαν ηχογραφήσει μέχρι τότε. Ο Scholz συμφώνησε, παρόλο που δεν ήταν απόλυτα ικανοποιημένος με τα τραγούδια του, το “Don’t Look Back” κυκλοφόρησε τελικά το 1978, έφτασε αμέσως στην κορυφή των charts και ήταν ένα ακόμη album με μεγάλες πωλήσεις. Κατά τη γνώμη μου, το “Don’t Look Back” είναι πραγματικά ένα εξαιρετικό album, σχεδόν τόσο καλό όσο το εντυπωσιακό ντεμπούτο του συγκροτήματος. Το album περιλαμβάνει δυνατές συνθέσεις, όπως το εναρκτήριο ομώνυμο τραγούδι “Don’t Look Back”, το χαρούμενο “It’s Easy”, το “Feelin’ Satisfied” και το τελευταίο “Don’t Be Afraid”, αλλά το αγαπημένο μου τραγούδι είναι το μακρύ και δραματικό “A Man I’ll Never Be”. Η κιθάρα του Scholz είναι για άλλη μια φορά καταπληκτική και επίσης οι όμορφες φωνητικές αρμονίες, το άλλο σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος, κάνουν αυτό το album ξεχωριστό. Το δεύτερο LPDont Look Back”, κυκλοφόρησε κι αυτό γνωρίζοντας ανάλογη εμπορική επιτυχία, ενώ, έγινε 11 φορές πλατινένιο. Μέτα από μια περιοδεία, περιορισμένη σε έκταση το 1979, ησυχία επικράτησε γύρω από το συγκρότημα για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Όπως φαίνεται κάποια στιγμή μετά την ηχογράφηση του δεύτερου LP, οι Boston, μετακόμισαν στην California και από τα παλιά μέλη εκτός από τον Tom Scholz παραμένει μόνο ο τραγουδιστής Brad Delp, ενώ, στο σχήμα προσχώρησε ο κιθαρίστας Gary Pihl (από το 1977 μέχρι και το 1984 ήταν μαζί με τον Sammy Hagar). Όμως, τότε υπήρξαν διάφορα προβλήματα μεταξύ των μελών του συγκροτήματος και της δισκογραφικής εταιρείας, προκαλώντας στο σχήμα αδράνεια για χρόνια. Ο Scholz αφιέρωσε τον εαυτό του στην ανάπτυξη μια την εμπορική προώθηση του Rockman και του Power Soak, δύο χειροποίητων ηχητικών μηχανημάτων (πατέντα του ίδιου), που μπορούσαν να κάνουν κάθε κιθαρίστα ικανό ν’ αναπαράγει το μοναδικό ήχο του group. Στην διάρκεια αυτής της περιόδου, ο δεύτερος κιθαρίστας Barry Gouandreau, αφού ηχογράφησε ένα προσωπικό album, κατόρθωσε τελικά να έρθει ξανά στην επιφάνεια, αργότερα  με τους πολύ καλούς Orion The Hunter το 1984. Στο εξώφυλλο του album Dont Look Back”, το διαστημόπλοιο του group πετά χαμηλά ή ίσως και να πλανάται πάνω από ένα καταπράσινο, κρυσταλλικό πλανήτη, επίσης τώρα διαθέτει και προβολείς. 


THIRD STAGE

(September-1986)

SIDE I: “Amanda”, “We're Ready”, “The Launch (a. Countdown, b. Ignition, c. Third Stage Separation)”, “Cool The Engines”, “My Destination”.

SIDE II: “A New World”, “To Be A Man”, “I Think I Like It”, “Can'tcha Say (You Believe in Me)/ Still In Love”, “Hollyann”.

GROUP: Brad Delp – Vocals, Tom Scholz – Guitar, Gary Pihl – Guitar, Fran Sheehan – Bass and Jim Masdea/ Sib Hashian – Drums.

Αν το κενό μεταξύ του ντεμπούτου και του δεύτερου album των Boston θεωρήθηκε υπερβολικό, τότε ο χρόνος που χρειάστηκε για την κυκλοφορία του “Third Stage” ήταν υπερβολικά μεγάλος. Στην πραγματικότητα, το διάστημα των επτά ετών αποδείχθηκε υπερβολικό για το μεγαλύτερο μέρος του συγκροτήματος, καθώς μόνο οι Tom Scholz και Brad Delp παρέμειναν από την αρχική σύνθεση. Προσωπικά, ήμουν πεπεισμένος ότι το συγκρότημα είχε απλώς εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει κάποιο ίχνος και έπεσα πάνω στο νέο τους album, τυχαία σ’ ένα επαρχιακό δισκάδικο το 1989, χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Το “Third Stage” είναι ένας δίσκος για τους λάτρεις του τεχνικού Rock, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να εμβαθύνει λεπτομερώς στην ενορχήστρωση, που χρησιμοποιείται και να εξηγεί πώς δημιουργούνται ορισμένοι από τους ήχους. Το album απολαμβάνει το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιούνται πολλά synths, ένα αξιοσημείωτο κατόρθωμα δεδομένου ορισμένων από τους ήχους που παράγονται, αλλά, όπως θα περίμενε κανείς, όλα αυτά τα ασήμαντα στοιχεία απλώς κρύβουν τις ελλείψεις στην ίδια τη μουσική. Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα είναι ότι δεν προσπαθούν να ανταποκριθούν μουσικά όπως στο ντεμπούτο τους, άλλωστε όλα όσα κυκλοφόρησαν πριν από δέκα χρόνια και η επίδραση του, εκτός από την πιστή βάση των οπαδών-θαυμαστών τους, έχει ξεχαστεί. Αντίθετα, παρά τις απίστευτες κιθάρες και την παραγωγή, ακούγεται καπως ξεπερασμένο, στα 1986, αλλά και η κυκλοφορία του συνεχιστή του “Third Stage” θα χρειαζόταν στον Tom Scholz άλλα επτά χρόνια κι αυτή τη φορά κι εγώ ανυπομονούσα, αν θα βγει ή όχι…Το τρίτο album τους, είχε προγραμματιστεί να βγει το 1981, αλλά στη συνέχεια εξαφανίζονται από την δισκογραφία… για να κυκλοφορήσουν τελικά το τρίτο τους album Third Stage” το 1986, όπου μόνο ο Scholz και ο Delp είχαν μείνει από την αυθεντική σύνθεση. Πάντως το LP αυτό καθώς και το singleAmanda” έγιναν Νο.1. Έγινε και αυτό 7 φορές πλατινένιο και κατόρθωσε να εδραιώσει τη φήμη του σχήματος παγκοσμίως και να κερδίσει τω σεβασμό όλων, έτσι ο δίσκος βρήκε το δρόμο του προς το αγοραστικό κοινό. Τα προσωπικά μου highlights από τον δίσκο είναι τα ακόλουθα τραγούδια… “Amanda”,  “Cool The Engines”,  “To Be A Man”, “I Think I Like It”, “Can'tcha Say (You Believe In Me)/ Still In Love” και “Hollyann”. Ο Gary Pihl συμμετείχε στο “Third Stage”, (αλλά και στα επόμενα album των Boston που κυκλοφόρησαν μετά το 1994 μέχρι και το 2003). Το σχήμα επέστρεψε και πάλι στις περιοδείες, το 1987 έπαιξαν ως Headline στο περίφημο Texas Jam. Οι παραγωγές του Tom Schulz μπορεί να είναι λίγο βασανιστικές, αλλά αγγίζουν την τελειότητα, εξ ου και ο λόγος που σε 50 περίπου χρόνια καριέρας έχουν βγάλει μόνο 6 studio albums. Καταπληκτικός ήταν επίσης και δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον ήχο της κιθάρας, η οποία ήταν επίσης αρκετά εντυπωσιακή. Το ταλέντο που έχει αυτό το σχήμα περισσεύει, απλώς ν’ αναφέρουμε τα καταπληκτικά φωνητικά του Brad Delp, ο οποίος επηρέασε πολλούς Rock τραγουδιστές στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αλλά και στα 80’s. Τελικά ο Brad Delp αποχώρησε από το σχήμα για να ενταθεί στους αξιόλογους RTZ, κάνοντας μαζί τους το “Return To Zero” στα 1991, αλλά και δύο δίσκους με αρχειακό υλικό, τα “Lost” (1998) και “Lost And Found” (2004). Ενώ, επίσης ο Brad Delp μαζί με το Barry Goudreau έκαναν ένα δίσκο μαζί το “Delp And Goudreau” (2003). Στο εξώφυλλο του album Third Stage”, το διαστημόπλοιο με τα μέλη του συγκροτήματος είτε κατευθύνθηκε προς, ή ίσως μόλις έχει συνδεθεί μ’ ένα μεγαλύτερο σε επίπεδο διαστημόπλοιο.

WALK ON

(June-1994)

CD: “I Need Your Love”, “Surrender To Me”, “Livin' For You”, “Walkin' At Night”, “Walk On”, “Get Organ-ized”, “Get Reorgan-ized”, “Walk On (Some More)”, “What's Your Name”, “Magdalene”, “We Can Make It”.

GROUP: Frank Cosmo – Vocals, Tom Scholz – Guitar, Gary Pihl – Guitar, David Sikes – Bass and Doug Huffman – Drums.

Δυστυχώς, η ποιότητα έπεσε μετά την δεκαετίας το 1980, άλλα οι Boston επιστρέφουν στην δισκογραφία το 1994 με το “Walk On” (2 φορές πλατινένιο), εδώ, τα φωνητικά έχει αναλάβει ο Frank Cosmo (ex- Orion The Hunter). Στα 1994 δεν θα περίμενα ποτέ ένα νέο album από τους Boston, όταν κυκλοφόρησαν το “Third Stage” είπαν ψέματα ότι θα σταματούσαν πριν από οκτώ χρόνια και ήταν ένα υπέρ-εμπορικό σοκ. Αλλά, ο Tom Scholz δεν μπορούσε να σταματήσει, έπρεπε να προχωρήσει «Walk On» και όπως συνήθως περπατούσε πολύ-πολύ αργά. Κάθε τραγούδι του δίσκου, έπρεπε να ξαναδιαβαστεί, να ξανά παιχτεί ξανά και ξανά μέχρι… μέχρι τι; μέχρι να σκοτώσει το συναίσθημα… όχι… αλλά μέχρι να γίνει τέλειο… ίσως όμως και τα δύο. Έτσι αυτό που παίρνεις σε αυτό το album είναι ένας ήχος από κιθάρες, απόλυτα περίτεχνες, αλλά και επίσης περίτεχνες ενορχηστρώσεις και συνθέσεις, μερικά από τα τραγούδια του “Walk On” ακούγονται λίγο σαν Journey, ενώ, στο τέλος οι Boston πηγαίνουν μουσικά προς τους Toto. Δεν μπορώ να μην το πω, μου αρέσουν ακόμη αυτές οι δισκογραφικές δουλειές του group, στο studio, ακόμα και γνωρίζοντας ότι τίποτα ο Scholz δεν το αφήνει στην τύχη του και ότι κάνει το κάνει χιλιάδες φορές μέχρι να είναι απόλυτα τέλειο. Αν και κανένα από τα 90’s και μετά albums του, ποτέ δεν θα μπορέσει να χτυπήσει ή φτάσει σε επίπεδο και ποιότητα το ντεμπούτο album ή έστω τα 3 πρώτα δισκογραφικά έργα του συγκροτήματος. Ο ήχος αυτού του δίσκου, έχει ένα αρκετά υψηλό επίπεδο θορύβου στις χαμηλότερες συχνότητες που μπορείτε να βρείτε σε πολλούς δίσκους, εκείνης της εποχής. Αν κι αυτή η καθυστερημένη δουλειά από το συγκρότημα, ήρθε 8 χρόνια αργότερα, τα πράγματα είχαν αλλάξει στην μουσική Hard Rock/ Metal σκακιέρα (Grunge/ Nu/ Thrash), μπορεί να μην είναι τόσο καλό όσο τα 2-3 πρώτα album τους, αλλά κατά τη γνώμη μου, είναι 100% Boston. Εκτιμώ τον χαρακτηριστικό ήχο του συγκροτήματος σε κάθε τραγούδι, ακόμη και με την αλλαγή τραγουδιστή, η φωνή του Fran Cosmo που αντικαθιστά τον Delp είναι κάτι παραπάνω, από μια άξια αντικατάσταση και τέλος η κλασική κιθάρα του Scholz, η οποία μου φαίνεται πάντα διαχρονική. Αν και τελικά αυτό το album μπορεί σε κάποια σημεία να είναι λίγο καλύτερο από το “Third Stage”, αλλά δεν πλησιάζει ούτε κατά διάνοια τα δύο πρώτα album τους “Boston” και “Don't Look Back”. Το μεγάλο παράπονο των μουσικών DJ (χαχαχαχαχα), είναι το τραγούδι “Walk On Medley”, είναι από δύσκολο έως αδύνατον να το παίξουν, ολόκληρο το medley είναι 12:23 λεπτά και παρόλο που είναι υπέροχο, τους φαίνεται κάπως βαρετό… τόσα ξέρουν τόσα λένε… Η φωνή του Delp και ο χαρακτηριστικός ήχος των Boston (μαζί με την κιθάρα του Scholz), δεν υπάρχουν και τόσο πολύ σε τούτο το album. Ωστόσο, για μενα δεν έχει και τόση σημασία, τα singles ήταν τα “I Need Your Love” και “Walk On Medley: Walk On”, τα οποία είναι στην πραγματικότητα τα δύο καλύτερα τραγούδια στον δίσκο. Στο εξώφυλλο του “Walk On”, το διαστημόπλοιο φαίνεται να συντρίβεται πάνω σε ένα βράχο, σε κάποιον πλανήτη.

CORPORATE AMERICA

(November-2002)

CD: “I Had A Good Time”, “Stare Out Your Window”, “Corporate America”, “With You”, “Someone”, “Turn It Off”, “Cryin'”, “Didn't Mean To Fall In Love”, “You Gave Up On Love”, “Livin' For You (Live)”.

GROUP: Bard Delp/ Frank Cosmo – Vocals, Tom Scholz – Vocals/ Guitar/ Bass/ Drums/ Keyboards.

Επόμενος δίσκος για το συγκρότημα από την Βοστώνη, ήρθε μετά από 8 ολόκληρα χρόνια και είναι το “Corporate America” (2002), όπου έχει επιστρέψει μερικώς ο Delp και μοιράζετε τα φωνητικά μαζί με τον Cosmo. Θυμάμαι ότι αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για όλους τους εναπομείναντες οπαδούς των Boston… αλλά οι περισσότεροι από αυτούς απογοητεύτηκαν, περιμένοντας ένα album πολύ πιο κοντά στο μουσικό προϊόν του “Third Stage”, από τον μικτό Pop/ Rock ήχο που παρείχε το “Walk On”. Οπότε… μην πιστεύετε πάντα την μουσική κρίση των άλλων, αλλά μόνον την δική σας, μην πιστεύετε ούτε τα λόγια τους… Εγώ, θα μπορούσα να το περιγράψω αυτό το album ως έναν υπέροχο δίσκο Heavy/ Pop/ Rock ήχου με όμορφα τραγούδια, συν τα απαραίτητα κιθαριστικά solo και riffs που κάθε οπαδός και θαυμαστής του συγκροτήματος περιμένει από τα χέρια του Tom Scholz. Καλό είναι να ξανά ανακαλύψετε την φανατική μουσική του συγκροτήματος έστω και αργά, είναι πραγματικά ωραίο να ξανά βρείτε όλα αυτά τα υπέροχα albums. Όταν κυκλοφόρησε το “Corporate America” δεν του έδωσα και μεγάλη σημασία, αλλά μετά το αγόρασα κάποια στιγμή το 2005-2006 περίπου. Με εξέπληξε το γεγονός ότι έβγαζαν ακόμα πιασάρικα Hard Rock τραγούδια, σίγουρα, τα τραγούδια τους δεν ακούγονται τόσο ζωντανά, όπως ήταν το υλικό τους, στην δεκαετία του 1970, αλλά τα τραγούδια είναι ακόμη πολύ καλά και ευχάριστα στο άκουσμα. Τα highlights τραγούδια για μένα από το album “Corporate America” είναι το “I Had A Good Time” το οποίο είναι ωραίο και σε κάνει να νιώθεις πολύ καλά, το “Someone” και το “Didn't Mean To Fall In Love”, είναι ίσως το αγαπημένο μου εδώ και η ακουστική ισπανική κιθάρα ακούγεται πολύ φοβερή. Ο Delp ακούγεται πολύ καλός εδώ σε όλο το album, παρόλο που δεν τραγουδάει τόσο δυνατά όσο στα άλλα πιο παλιά albums του συγκροτήματος. Επίσης θεωρώ πως τραγουδάει επίσης, στα καλύτερα τραγούδια του δίσκου, ενώ, ο Fran Cosmo τραγουδά στα πιο αδύναμα σχετικά τραγούδια… χωρίς να τους ταιριάζει όμως, απόλυτα. Ο Scholz, από την άλλη κράτησε ακόμη και τα solo της κιθάρας στο ελάχιστο, κάτι που είναι κάπως βαρετό και δεν ξέρω το ακριβή λόγο, ωστόσο, τα τραγούδια που έγραψε, είναι σαφώς τα καλύτερα. Πολλά από αυτά τα τραγούδια είναι πολύ ήπια και αρκετά AOR/ Soft Rock, παρόμοια με άλλα συγκροτήματα όπως ας πούμε οι Air Supply ή κάποια άλλα τέτοιου τύπου Soft Rock τραγούδια από εκείνη την εποχή, σαν τους Mr. Mister. Ξέρετε, μερικά από αυτά μου θυμίζουν κάποια από την πιο απαλή Rock μουσική της δεκαετίας του 1990… Όπως και να ’χει… πολύ Soft Rock. Το τραγούδι “With You” είναι ας πούμε αρκετά αδύναμο, για να είμαι ειλικρινής και τα “Stare Out Your Window” και “Cryin'” είναι κάπως αδύναμα έως soft ή και βαρετά σε κάποια σημεία. Το “Corporate America” είναι λίγο αδύναμος ως δίσκος, αλλά για κάποιο λόγο μου αρέσει, μου είναι εύκολο επίσης να τους συγχωρήσω γι’ αυτήν την μουσική τους επιλογή,  αλλά από την άλλη είναι οι Boston, που τους σέβομαι αφάνταστα. Ξέρω, ότι ίσως να μην είμαι αρκετά αυστηρός με αυτούς τους τύπους όσο είμαι με άλλα είδη μουσικής. Αυτή είναι μια κυκλοφορία που μου αρέσει, αλλά δεν είναι τόσο καλή όσο οι προηγούμενοι δίσκοι τους, ειδικά των 70’s και 80’s, ωστόσο, δεν είναι εντελώς μια χαμένη κυκλοφορία και καταφέρνει, να έχει κάποια καλά θεατρικά τραγούδια. Στο εξώφυλλο του “Corporate America”, το διαστημόπλοιο του συγκροτήματος, πετά προς έναν πλανήτη που μοιάζει σαν τη Γη.

LIFE, LOVE & HOPE

(December-2013)

SIDE I: “Heaven On Earth”, “Didn't Mean To Fall In Love”, “Last Day Of School”, “Sail Away”.

SIDE II: “Life, Love & Hope”, “If You Were In Love”, “Someday”, “Love Got Away”.

SIDE III: “Someone”, “You Gave Up On Love”, “Te Quiero Mia”, “The Way You Look Tonight”.

SIDE IV: “O, Canada”, “God Rest Ye Metal Gentlemen”.

GROUP: Bard Delp – Vocals Tom Scholz – Guitar, Gary Pihl – Guitar, Kimberly Dahne – Bass and Tommy DeCarlo – Drums.

Μετά από 11 χρόνια έχουμε άλλο ένα νέο album του group, το 2013 με το albumLife, Love & Hope”, ένα album που δουλευόταν για περίπου 10 χρόνια και περιλαμβάνει αρκετούς τραγουδιστές, βασικός είναι ο Brad Delp (RIP), ενώ, εμφανίζονται ο David Victor, η Kimberly Dahme, ο Tommy DeCarlo και ο Tom Scholz. Ναι υπάρχουν μερικά υπέροχα τραγούδια αλλά και πάλι λείπουν, ξέρετε, οι μεγάλες επιτυχίες κι αυτό είναι περίεργο, για ένα συγκρότημα σαν τους Boston. Από μία πλευρά, νιώθεις σχετικά λίγο εξαπατημένος όταν τρία από τα τραγούδια του album, βρίσκονται ήδη στο προηγούμενο album πριν από αυτό. Ωστόσο, αν το “Corporate America” ως album δεν υπήρχε ποτέ, θα ήσουν χαρούμενος απλώς που είχες τα τραγούδια “Didn't Mean To Fall In Love” και “Someone”, επειδή και τα δύο είναι φανταστικά. Μετά την τραγική αυτοκτονία του Brad Delp, υπάρχουν μερικοί τραγουδιστές που βοηθούν σε μερικά από τα τραγούδια του δίσκου, ο DeCarlo είναι ο νεότερος τραγουδιστής και δανείζει τη φωνή του σε μερικά, το τραγούδι “The Way You Look Tonight” είναι αγαπημένο, η τρυφερή μελωδία του πιάνου και το ρεφρέν είναι απλά πολύ πιασάρικο και ειλικρινές, το “Sail Away” είναι κι αυτό ωραίο. Ωστόσο, ο Delp ακούγεται καταπληκτικός και επειδή είμαι θαυμαστής της φωνής του, είναι ωραίο να τον ακούω ξανά. Το “Life, Love & Hope” είναι ένα ωραίο Rock τραγούδι, αλλά το “Love Got Away” υποφέρει, γιατί ας το παραδεχτούμε, ο Scholz δεν μπορεί να τραγουδήσει. Μπορεί να είναι καλός στα πλήκτρα και στην ηλεκτρική κιθάρα, αλλά τα φωνητικά δεν είναι το φόρτε του και θα πρέπει να απέχει από κάτι τέτοιο στο μέλλον. Το “Someday” ξεκινάει κάπως ως η αντιγραφή του “I Think I Like”, πριν ακολουθήσει τη δική του μουσική κατεύθυνση. Αυτό είναι ένα ωραίο AOR album, αν και για τους οπαδούς των Boston που θα ήθελαν ίσως λίγο περισσότερο υλικό, απλά σου ανοίγει την όρεξη για περισσότερο, αλλά δεν έχει. Παρεμπιπτόντως, οι νέες ενορχηστρώσεις/ remastering δεν δίνουν μια νέα πνοή στα τραγούδια του album, απλώς το λέω… Αυτός ο δίσκος είναι για τα δεδομένα της εποχής καταπληκτικός, κάθε τραγούδι είναι υπέροχο και το να ακούς τον αείμνηστο Bred Delp, σε μερικά τραγούδια είναι λυπηρό και γενικά αυτό το album είναι κάπως λυπηρό και νοσταλγικό, αλλά σίγουρα εξακολουθεί να μοιάζει με Boston. Εάν είσαι οπαδός του συγκροτήματος θα είσαι ικανοποιημένος με αυτό album και θα το ακούσεις, ευχαρίστα. Πολλαπλοί είναι οι σπουδαίοι τραγουδιστές που τραγουδούν στο Life, Love & Hope”, που ταιριάζουν πολύ καλά και το κάνουν πραγματικά ενδιαφέρον. Ο Tommy DeCarlo τραγουδάει πολύ καλά, αλλά και ο Scholz τραγουδάει σε μερικά αν και δεν έχει τη σπουδαία φωνή, λειτουργεί σχετικά καλά. Υπέροχο μελωδικό παίξιμο κιθάρας όπως συνήθως, η πολύ καλή παραγωγή καθώς και η μίξη δεν είναι καθόλου ακατάστατη… αλλά αυτό που επηρεάζει την γνώμη μου για το album, είναι ότι τα drums θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα, αλλά δεν είναι ούτε κατά διάνοια τόσο άσχημα. Το πιάνο είναι πολύ καλό, ειδικά στο τελευταίο τραγούδι “God Rest Ye Metal Gentlemen”. Επίσης, κάποια τραγούδια είναι παρμένα από το προηγούμενο album “Corporate America”, αλλά έχουν ξανά μιξαριστεί διαφορετικά με κάποια νέα όργανα που έχουν προστεθεί, έτσι ώστε για να ακούγονται κάπως καλύτερα. Το “Life, Love & Hope” αποτελεί συνέχεια της κυκλοφορίας του συγκροτήματος, “Corporate America”, ο Scholz έγραψε όλα τα τραγούδια. Είναι επίσης, το πρώτο album του group που περιλαμβάνει τον Tom Scholz στα φωνητικά. Το album κουβαλάει όλον εκείνο τον ήχο και τα απομεινάρια των πρώτων ημερών του συγκροτήματος, κάτι που είναι αδιαμφισβήτητο από τη στιγμή που οι εκρηκτικές αρμονίες ξεκινούν στο “Heaven On Earth”, το εναρκτήριο τραγούδι και κύριο single του δίσκου. Προσφέρει μια vintage στιγμή σ’ ένα album που κατά τα άλλα περιέχει αρκετή εξερεύνηση, τόσο μουσικά όσο και ηχητικά, κάτι που έχουμε συνηθίσει να περιμένουμε από τον Scholz, όταν εργάζεται στο παρασκήνιο πάνω σε νέα μουσική του συγκροτήματος. Ένα διπλό βινυλίο κυκλοφόρησε, περιορισμένο σε μόνο 1.000 αντίτυπα, η κυκλοφορία του οποίου καθυστέρησε αρκετές φορές, αλλά κυκλοφόρησε τελικά στα τέλη του 2014, ένα ολόκληρο χρόνο μετά την αρχική ημερομηνία της κυκλοφορίας του album. Ωστόσο, η κυκλοφορία αυτής της έκδοσης σε βινύλιο του “Life, Love & Hope” δεν έλαβε ποτέ την ευλογία του Tom Scholz, γιατί το θεώρησε ως ένα απαράδεκτο master βινυλίου. Στο εξώφυλλο του “Life, Love & Hope”, το διαστημόπλοιο των Boston πετά στο διάστημα, κοντά σ’ ένα νεφέλωμα.

 

Επισήμανση...

Η παρουσίαση των δίσκων, έγινε κατόπιν ακρόασης στο φυσικό τους προϊόν (LP/ CD) και όχι σε mp3, digital, download και λοιπές αηδίες, που μας (σας) γεμίζουν με αέρα κοπανιστό…